Αλλεργική και Μη Αλλεργική Ρινίτιδα
Φτέρνισμα, μπουκωμένη μύτη και καταρροή που δεν περνά. Οι περισσότεροι το ονομάζουν αλλεργία και παίρνουν ένα αντιισταμινικό. Σε ένα μεγάλο μέρος των ασθενών όμως η ρινίτιδα δεν είναι αλλεργική, και τότε το αντιισταμινικό δεν έχει τι να προσφέρει.
Τι είναι η ρινίτιδα;
Ρινίτιδα είναι η φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου που εκδηλώνεται με φτέρνισμα, καταρροή, ρινική απόφραξη και κνησμό.
Αλλεργική είναι όταν η φλεγμονή πυροδοτείται από αντίδραση του ανοσοποιητικού σε αλλεργιογόνο. Μη αλλεργική είναι όταν τα ίδια συμπτώματα προκύπτουν χωρίς αλλεργικό μηχανισμό, από ερεθιστικούς παράγοντες, φάρμακα, ορμονικές μεταβολές ή μεταβολές του περιβάλλοντος.
Η αλλεργική μορφή δεν ταξινομείται πλέον απλώς ως «εποχιακή». Κατατάσσεται κατά διάρκεια και κατά βαρύτητα:
- Διαλείπουσα: συμπτώματα λιγότερες από τέσσερις ημέρες την εβδομάδα
- Εμμένουσα: πάνω από τέσσερις ημέρες την εβδομάδα και για πάνω από τέσσερις εβδομάδες
- Ήπια ή μέτρια προς σοβαρή, ανάλογα με το αν επηρεάζονται ο ύπνος και οι καθημερινές δραστηριότητες
Από τι προκαλείται η ρινίτιδα;
Στην αλλεργική μορφή τα αίτια είναι τα αλλεργιογόνα:
- Ακάρεα της σκόνης, το συχνότερο αίτιο συμπτωμάτων όλο τον χρόνο
- Γύρη δέντρων, αγρωστωδών και ζιζανίων, με εποχιακή κατανομή
- Επιθήλια ζώων
- Μύκητες σε χώρους με υγρασία
Στη μη αλλεργική μορφή δεν υπάρχει αλλεργιογόνο. Τα συμπτώματα πυροδοτούνται από:
- Ερεθιστικούς παράγοντες: καπνός, αρώματα, καθαριστικά, ρύποι
- Απότομες μεταβολές θερμοκρασίας ή υγρασίας
- Φάρμακα, όπως ορισμένα αντιυπερτασικά ή τα αγγειοσυσπαστικά σπρέι
- Ορμονικές μεταβολές, στην εγκυμοσύνη ή στον θυρεοειδή
- Έντονα καρυκευμένο φαγητό
Οι δύο μορφές ρινίτιδας συχνά συνυπάρχουν, και τότε η αντιμετώπιση πρέπει να καλύψει και τις δύο.
Η ηλικία εμφάνισης της ρινίτιδας δίνει μια πρώτη ένδειξη. Η αλλεργική μορφή ξεκινά τυπικά στην παιδική ή εφηβική ηλικία και συχνά συνοδεύεται από ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό άσθματος ή εκζέματος. Ρινίτιδα που εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά τα σαράντα είναι πιθανότερα μη αλλεργική, και τότε ελέγχονται πρώτα τα φάρμακα που λαμβάνονται.
Ποια είναι τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας;
- Φτέρνισμα, συχνά σε επεισόδια πολλών φορών
- Υδαρής καταρροή
- Ρινική απόφραξη, που εναλλάσσεται μεταξύ των δύο πλευρών
- Κνησμός σε μύτη, ουρανίσκο, λαιμό ή αυτιά
- Δακρύρροια και ερυθρότητα των ματιών
- Οπισθορρινική καταρροή και ξηρός βήχας
- Κόπωση και δυσκολία συγκέντρωσης, από τη διαταραχή του ύπνου
Ο κνησμός είναι το πιο διακριτό σύμπτωμα. Φαγούρα στη μύτη και στα μάτια κατευθύνει προς αλλεργική αιτία. Η μη αλλεργική μορφή δίνει κυρίως απόφραξη και καταρροή, χωρίς φαγούρα και χωρίς οφθαλμικά συμπτώματα.
Η διάρκεια ξεχωρίζει τη ρινίτιδα από το κρυολόγημα. Ένα ιογενές επεισόδιο υποχωρεί μέσα σε επτά με δέκα ημέρες και συνοδεύεται συχνά από πυρετό και μυαλγίες. Η ρινίτιδα επιμένει ή επανέρχεται σταθερά στις ίδιες συνθήκες, χωρίς πυρετό, και τα συμπτώματα ακολουθούν το περιβάλλον και όχι την πορεία μιας λοίμωξης.
Παίρνω αντιισταμινικό και δεν βοηθάει. Άρα δεν είναι αλλεργία;
Πιθανότατα δεν είναι αλλεργική ρινίτιδα, και αυτό είναι χρήσιμη πληροφορία και όχι αποτυχία της θεραπείας.
Τα αντιισταμινικά δρουν αποκλείοντας την ισταμίνη, την ουσία που απελευθερώνεται στην αλλεργική αντίδραση. Στη μη αλλεργική ρινίτιδα δεν υπάρχει ισταμίνη να αποκλειστεί, οπότε το φάρμακο δεν έχει σημείο δράσης.
Υπάρχει και δεύτερη εξήγηση, εξίσου συχνή. Ακόμη και στην αλλεργική μορφή, τα αντιισταμινικά ελέγχουν καλά το φτέρνισμα, τον κνησμό και την καταρροή, αλλά ελάχιστα την απόφραξη. Ο ασθενής που ενοχλείται κυρίως από μπουκωμένη μύτη θα πει, με το δίκιο του, ότι δεν βοήθησαν.
Η μη ανταπόκριση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει θεραπεία. Σημαίνει ότι χρειάζεται σωστός χαρακτηρισμός της ρινίτιδας, γιατί οι δύο μορφές αντιμετωπίζονται με διαφορετική σειρά φαρμάκων.
Το πρακτικό συμπέρασμα: αν το αντιισταμινικό δεν αποδίδει, το επόμενο βήμα δεν είναι δεύτερο ή ισχυρότερο αντιισταμινικό. Είναι ρινικό κορτικοστεροειδές σε σωστή δοσολογία και για αρκετό διάστημα, το οποίο δρα και στις δύο μορφές. Αν ούτε αυτό αποδώσει, το ερώτημα δεν είναι πλέον φαρμακευτικό αλλά αν συνυπάρχει άλλος, συχνότερα ανατομικός, παράγοντας.
Πότε πρέπει να απευθυνθείτε άμεσα σε ιατρό;
- Μονόπλευρη απόφραξη ή μονόπλευρη καταρροή που επιμένει
- Αιμορραγική έκκριση από τη μία πλευρά
- Απώλεια της όσφρησης που δεν αποκαθίσταται
- Δύσπνοια, σφύριγμα ή νυχτερινός βήχας — μπορεί να υποδηλώνουν άσθμα
- Καταρροή διαυγής και μονόπλευρη μετά από τραυματισμό ή επέμβαση
- Επίμονη κεφαλαλγία με πυρετό και πυώδη έκκριση
- Συμπτώματα που δεν υποχωρούν παρά τη σωστή αγωγή για έξι εβδομάδες
- Ρινική απόφραξη με βραχνάδα ή δυσκολία κατάποσης
Πώς γίνεται η διάγνωση της ρινίτιδας;
Το ιστορικό δίνει την περισσότερη πληροφορία: τι πυροδοτεί τα συμπτώματα της ρινίτιδας, ποια εποχή, σε ποιο περιβάλλον, αν υπάρχει κνησμός.
Η ενδοσκόπηση ρινός αξιολογεί τον βλεννογόνο, τις κόγχες και τα στόμια, και εντοπίζει τους παράγοντες που συνυπάρχουν και επιβαρύνουν: στραβό διάφραγμα, ρινικοί πολύποδες, χρόνια ιγμορίτιδα.
Ο αλλεργιολογικός έλεγχος, με δερματικές δοκιμασίες και εξέταση αίματος όπου απαιτείται, ταυτοποιεί τα υπεύθυνα αλλεργιογόνα. Είναι απαραίτητος όταν το αποτέλεσμα θα αλλάξει την αντιμετώπιση: όταν σχεδιάζεται ανοσοθεραπεία ή όταν η αποφυγή προϋποθέτει να γνωρίζουμε τι ακριβώς αποφεύγεται.
Η ρινομανομετρία μπορεί να τεκμηριώσει αντικειμενικά τη μεταβολή της αντίστασης πριν και μετά την αγωγή.
Πώς αντιμετωπίζεται η αλλεργική ρινίτιδα;
Η αντιμετώπιση ακολουθεί μια σειρά και η σειρά έχει σημασία:
- Ρινικές πλύσεις με φυσιολογικό ορό, σε κάθε μορφή ρινίτιδας
- Ενδορρινικά κορτικοστεροειδή είναι η βάση της θεραπείας και για τις δύο μορφές. Δρουν στη φλεγμονή και είναι το μόνο σκεύασμα που ελέγχει αποτελεσματικά και την απόφραξη
- Αντιισταμινικά, από το στόμα ή τοπικά, κυρίως για κνησμό, φτέρνισμα και καταρροή
- Ανοσοθεραπεία είναι η μόνη αιτιολογική θεραπεία που τροποποιεί την πορεία της νόσου
- Χειρουργική αντιμετώπιση των ανατομικών παραγόντων. Δεν θεραπεύει την αλλεργία, βελτιώνει όμως την απόδοση της φαρμακευτικής αγωγής όπου αυτό απαιτείται
Η φλεγμονή ελέγχεται πρώτη. Ό,τι απομένει αξιολογείται για την επίδρασή του μετά και όχι πριν.
Τα ρινικά σπρέι προκαλούν εθισμό;
Τα κορτιζονούχα ρινικά σπρέι δεν προκαλούν εθισμό· ο φόβος αφορά τα αποσυμφορητικά.
Δύο εντελώς διαφορετικά σκευάσματα πωλούνται ως «σπρέι για τη μύτη» και οι ασθενείς τα ταυτίζουν.
Τα αποσυμφορητικά είναι αγγειοσυσπαστικά. Ανοίγουν τη μύτη μέσα σε λεπτά και ακριβώς γι' αυτό τα αγαπούν οι ασθενείς. Μετά από πέντε με επτά ημέρες συνεχούς χρήσης όμως ο βλεννογόνος πρήζεται κάθε φορά που περνά η δράση τους. Ο εθισμός είναι πραγματικός και αφορά αποκλειστικά αυτά.
Τα ενδορρινικά κορτικοστεροειδή δρουν στη φλεγμονή. Δεν ανοίγουν τη μύτη αμέσως και χρειάζονται ημέρες μέχρι να φανεί το αποτέλεσμα. Δεν προκαλούν εξάρτηση, δεν εμφανίζουν φαινόμενο υποτροπής και σχεδιάστηκαν για καθημερινή, μακροχρόνια χρήση.
Ο κανόνας είναι αντίστροφος από το ένστικτο: Αυτό που δρα αμέσως πρέπει να σταματήσει μέσα σε μία εβδομάδα. Αυτό που φαίνεται να μην κάνει τίποτα στην αρχή είναι εκείνο που συνεχίζεται.
Η διάκριση δεν είναι ακαδημαϊκή αλλά σημαντική για την πορεία της νόσου. Ασθενείς εγκαταλείπουν τη μόνη αποτελεσματική αγωγή τους επειδή τη συγχέουν με το σκεύασμα που πράγματι θα έπρεπε να αποφύγουν.
Συχνές ερωτήσεις
Γράφτηκε από τον Γεώργιο Χρυσοβιτσιώτη, Ωτορινολαρυγγολόγο - Χειρουργό Κεφαλής και Τραχήλου.
Τελευταία ιατρική αναθεώρηση: 25 Σεπτεμβρίου 2026
Κλείστε το ραντεβού σας
Συμπληρώστε την φόρμα ή καλέστε μας για να προγραμματίσουμε την επίσκεψη σας
Ιατρείο
Περικλέους 7, Μαρούσι, 15122
info@orl-chrysovitsiotis.grΤηλεφωνική εξυπηρέτηση
Δευτέρα - Παρασκευή
9:00 - 21:00
